23 Ιανουαρίου 2013

Νυχτερινό

Ανοίγω τις βρύσες των αστεριών. Ίσως κάποτε πάψω να ξυπνώ τις νύχτες διψασμένος. Εκείνη τη στιγμή που ανοίγω τα μάτια και νοιώθω πως λίγο ακόμα και θα θυμηθώ το μυστικό της ζωής. Μια ιδέα ή μια λέξη μαγική που θα ξεκλειδώσει τον κόσμο κι εμένα. Είμαι σίγουρος πως έρχεται τόσο κοντά, σχεδόν με αγγίζει, μα πριν προλάβω να καταλάβω, η μνήμη μου ξυπνά, αποκτώ πάλι την υλική μου υπόσταση θυμάμαι ποιός είμαι, πως υπάρχω εδώ. Όλα τότε σκάνε στο στήθος μου σαν ουράνιος καταρράκτης και η αίσθηση αυτή σκορπάει σαν πρωινή ομίχλη στο φώς που στάζει. Παράξενο παιχνίδι. Ίσως μια φάρσα του μυαλού ή ένα χνουδάκι στο οπτικό μου πεδίο που ξέμεινε απο το όνειρο και αιωρείται λίγο ακόμα μπροσ' τα θολά μου μάτια. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά. Όσος καιρός κι αν πέρασε, όσα κι αν έζησα, όσα κι αν διάβασα, σκέφτηκα, φαντάστηκα, έχτισα, στο τέλος τα είδα να γκρεμίζονται μόνο και μόνο για να μην πω οτι ξέρω κάτι. Θυμάμαι πως πάντα γύρω μου όλοι ήξεραν. Μην κάνεις εκείνο μου έλεγαν, όχι το άλλο κι έτσι ρίχτηκα με πάθος στα πράγματα προκειμένου να τα μάθω τόσο καλά ώστε στο να μην γνωρίζω πια τίποτα γι' αυτά. Μην το γελάς, είναι σπουδαία γνώση η λευκότητα της άγνοιας, δεν την αποκτάς εύκολα. Η αθωότητα είναι μια αθεότητα. Έτσι δίνεις στον εαυτό σου τη δυνατότητα να υπάρξει διαφορετικά, να τολμήσει να ονειρεύεται στο διηνεκές και να βλέπει τον κόσμο σαν να είναι νιογέννητος, δροσερός, εύπλαστος πάντα σαν ένα κομμάτι γης που για να δρέψεις τους καρπούς του πρέπει να το γονιμοποιήσεις καλλιεργώντας το.



Κι έτσι ίσως μπορέσουμε να πλησιάσουμε την άνοιξή μας βλέποντας τις αμυγδαλιές να ανθίζουν καταχείμωνο με εμπιστοσύνη. Βέβαια οι περισσότεροι πια περνάνε βιαστικά χωρίς να το παρατηρούν, έχουν αναπτύξει τέτοιες ταχύτητες που έχουν απο καιρό προσπεράσει αυτό που πραγματικά αναζητούσαν. Συμβαίνει στη ζωή, να κυνηγάμε κάτι με τυφλό πάθος τόσο που σαλεύει ο νούς, τοσο που ξεχνάμε για τι και για που κινήσαμε κι έρχεται κάποτε αυτή η ανάμνηση που στέκει πίσω απ' αυτό που είμαστε να μας θυμίσει κάτι βαθύ κι αιώνιο, όπως όταν ερωτευόμαστε ή όταν αγαπάμε, κάτι τόσο δροσερό, αόριστο και πανταχού παρόν όπως όταν φυσα κατανυκτικά το αεράκι της Μεγάλης εβδομάδας. Θα το θυμηθούμε άραγε ποτέ ξανά; Θα το αγγίξουμε; Άραγε να μας οδηγεί κρυφά σε τούτο το παράξενο ταξίδι; Κοιτάζω τα χέρια μας να βιάζονται. Τα παρατηρώ λες κι είναι ξένα, σαν ένα σώμα μέσα σ' ένα άλλο και κάποτε στις απέραντες προσμονές μου προσπαθώ να σταθώ λίγο πιο πίσω απο ό,τι είναι να μας συμβεί για να δω το βηματισμό μας. Την αδέξια ευαισθησία του, την ευπαθή ισσοροπία του. 


Τι ωφελεί θα μου πεις. Ναι...ίσως πρέπει διαρκώς να επωφελούμαστε απο όλα, κερδίζοντας έτσι πιθανότητες για ένα πιο σίγουρο μέλλον. Όμως όσα χρόνια κι αν πέρασαν δεν το συναντήσαμε ποτέ. Η βάρκα μας είναι ενα παρόν διαρκείας. Μόνο αυτό, όλο αυτό. Κι όμως. Ό,τι δεν έχουμε συναντήσει ακόμα, μας τρομάζει ως τα σπλάχνα. Όχι δεν είναι το άγνωστο. Είναι η αγωνία για το αν θα βρούμε καιρό να αναβάλουμε ξανά αυτό που θέλουμε να είμαστε ίσως γιατί φοβόμαστε να γίνουμε αυτό που πραγματικά επιθυμούμε. Μα πώς είναι δυνατόν; Πώς αντέχουμε να είμαστε διαρκώς κάποιοι άλλοι; Κι η ευτυχία άραγε τι να είναι; Ίσως η χαρά να συνυπάρχεις με τους άλλους, η χαρά να κόβεις την αγωνία στα δυό σαν ζεστό ψωμί και να χορταίνεις. Κι η αγάπη ίσως να' ναι δυό φόβοι μαζί που ξεχνούν τον εαυτό τους. Τί στεκόμαστε λοιπόν στη μέση των κυκεώνων;  Κι εσύ ουρανέ τί μας κοιτάς με τα αινιγματικά σου μάτια; Φωτιά πριν απο κάθε βήμα μας, φωτιά και μετά. Είναι τόσες οι φωνές της νύχτας, που δεν μπορούμε πια να ξεχωρίσουμε ποιά είναι η δική μας. Μίλα μας λοιπόν. Χρόνια περιμένουμε αυτο το σημάδι να χαραχτεί στα μέτωπα μας σαν τη μεγαλύτερη αφορμή για να ανοίξουμε τα ματωμένα μας φτερά, γνωρίζοντας καλά πια πως δεν είναι το τί θα μπορέσουμε να κρατήσουμε στις χούφτες αλλά τί θα κυλήσει μέσα τους σαν ζεστή άμμος. Έτσι ανταμώνουμε τις νύχτες. Ανάβοντας φωτιές, καίγοντας τα σκοτάδια. Τα ρούχα μας μυρίζουν φώς και θάλασσα, κρατιόμαστε χέρι χέρι και για μια στιγμή λάμπουμε σαν πρωτόπλαστες αλήθειες. Γι' αυτό, αν μας ακούς μην αργείς. 

Ακούω απόψε ξανά τους κοινούς χτύπους της καρδιάς αυτού του κόσμου. Του χρόνου την μακρινή και άγνωστη πατρίδα που πλησιάζουμε με τον καιρό, για να πατήσουμε απαλά στο νοτισμένο χώμα της. Πριν απο εμάς πέρασαν γενεές αιώνων και μαζί τα παιδιά και οι γονείς μας, άγνωστοι κι αγαπημένοι, με τον σταυρό και τα καρφιά στα χέρια. Φωνάζουμε. Σαν σ' άγριο όνειρο οπου οι λέξεις δεν αρθρώνονται όσο κι αν προσπαθούμε. Μα συνεχίζουμε.

Μας ακούς; Μην αργείς.