9 Απριλίου 2013

Εξ αδοκήτω

Ήταν αυτός ο επίδεσμος στα μάτια που κρατούσε το φως μου σβησμένο
κι όχι οι σπασμένες λάμπες στα εγκαταλειμένα εργοστάσια.
Θυμάμαι ξυπνούσες πριν το χάραμα και περπατούσες ξυπόλητη
"πού πας σου φώναζα, θα σκίσεις τα πόδια σου, γύρνα πίσω"
"δεν έχει πιο πίσω απο εδώ" μου έλεγες
"κοίτα να βρίσκεις πάντα μια αφορμή να ξενιτεύεσαι αδιαμαρτύρητα".

Κι έτσι είδα τα χρόνια άγνωστα ξαφνικά πίσω μου σα να μην τα πρόφτασα ποτέ.
Και τους κόπους των ανθρώπων προσεχώς να γεννάνε μονάχα σιωπηρές απορίες
κι απορημένες σιωπές.




Κάπως να ζήσουν θα 'θελαν κι αυτοί δίχως να ξέρουν πως
όπως το' χαν ακουστά κι όχι όπως τ' ονειρεύτηκαν.
Απο μάνα σε κόρη κι απο αγόρι σε άντρα
δεν ρώτησε κανείς αν τους περίμενε ένα σπίτι κάτω στη θάλασσα
κι αν ο καιρός ήταν για πλώρες στους τέσσερις ανέμους και στα σαράντα κύματα.



Κι άναβες το' να τσιγάρο πίσω απ' τ' άλλο
πού ήθελες να φτάσεις τόσο καπνό ποτέ μου δεν κατάλαβα
νωπά ήταν ακόμα τα χείλη σου κι ο κόσμος στάχτη
έμπαινε στα μαγεμένα μάτια σου και σ' έκοβε καθώς γελούσες.
Να' ρχεσαι σου έλεγα, όποτε μπορείς να' ρχεσαι
όπως φέρνει η ζωή τα απροσδόκητα
εδώ θα με βρίσκεις, παρακάτω δεν ξέρω που να πάω.
Για σένα πάντα απροετοίμαστος κι ανέτοιμος πάντα
έτσι που με συνήθισες πια τόσο απο αλλού να σε περιμένω
και τόσο απο αλλού να μην έρχεσαι.



Αντιδράσεις:

1 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

ΕΚΕΙ ΠΟΥ Η ΨΥΧΗ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ, ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΕΤΡΑΕΙ ΑΛΛΙΩΣ , ΣΑΝ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΠΟΥ ΤΑ ΕΡΕΘΙΣΜΑΤΑ ΔΗΛΑΔΗ Η ΙΔΙΑ Η ΖΩΗ ΓΙΝΟΤΑΝΕ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΩΝΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΜΕΛΑΝΘΗ.