17 Σεπτεμβρίου 2015

Η εποχή των θαυμάτων


Ένα άδειο μπουκάλι είμαι πάνω στο ξέστρωτο ακόμα τραπέζι σου.

Με ήπιες, χαμογέλασες, ξέχασες, έλυσες το κορμί σου κι έπειτα αποκοιμήθηκες.

Τ' άλλο πρωί ήταν μια άλλη ζωή.
Ξημέρωσε ένας ήλιος ψεύτικος,
έπειτα έπεσε μια κρύα βροχή κι όλα βουβά. 

Μια σιωπή απο πέτρα.

Μια σιωπή απο πέτρα σαν την καρδιά σου
κι ένα τραγούδι που ολοένα απομακρύνεται.
Μια φωνή που χάνεται πέρα στα δάση του ορίζοντα
κι ένα κλάμα παιδικό που ξαγρυπνάει στα όνειρα μου.

Ήταν κάποτε η εποχή των θαυμάτων.

Τότε που σε κοιτούσα στα μάτια και προχωρούσα.
Τότε που σ' άγγιζα κι ανακάλυπτα την αφή μου.
Ήταν τότε που ανέβαινα στον ουρανό για να σου φέρω
το πιο αληθινό γαλάζιο τον πιο δροσερό αέρα.

Μα το' χα λησμονήσει.

Πως κάποτε ο χρόνος τελειώνει κι όλα παίρνουν φωτιά.
Είχα λησμονήσει το τέλος του δρόμου.
Κι έπειτα τί να πρωτοκρατήσω απ' τη στάχτη
πού να πρωτοσκορπίσω τις αναμνήσεις και το φως που πρόλαβα να ζήσω.

Φάνηκαν μαζί τα σκοτάδια αυτού του κόσμου όταν δεν τα περίμενα πια,
όταν νόμιζα πως είχαν σβήσει πια για πάντα.

Τώρα δεν ξέρω τι υπάρχει παρα πέρα
τί ανασαίνει πιο βαθιά και πώς να φτάσω.

Ψηλαφιστά την απώλεια περιγράφω κι εκείνη μου παγώνει τα δάχτυλα.

Ήταν για μένα κάποτε η εποχή των θαυμάτων.

Ένας κήπος που φρόντιζα κι άνθιζαν τα χρώματα κι οι μυρωδιές.

Ούτε που φαντάστηκα πως θα επέστρεφε ο χειμώνας
κι ούτε που κράτησα ένα ρούχο για να ζεσταθώ.