20 Σεπτεμβρίου 2013

Κλειστά παράθυρα


Όταν έφευγες κι άφηνες στάχτη σε κάθε βήμα σου
αέρας που χτυπούσε κι αντηχούσε
κι έλεγα στη φωτιά να προφτάσει τους δρόμους σου
τις θάλασσες να περιζώσει.

Χρόνια που μέτρησα με το σουγιά της νύχτας
πάνω σε πέτρινους ύπνους
πάνω σε σανίδες ναυαγίων οπου πλάγιασα το ανήμερο
με γράμματα ανεπίδοτα κι άσπρες ορφανές κραυγές.



Ξημέρωσε κάποτε.
Κι όταν σφάλισα τα ψηλά παράθυρα με τρόμο λυτρωμένο
γύρισες αργά και με γύρεψες.

Κι ήταν ο ουρανός με μαύρη μπόλια τυλιγμένος
κι ήμουν εγώ στα βάθη του εξόριστος
τους δρόμους αρμηνεύοντας και τις θάλασσες
πως το κάθε βήμα σου
μακριά μου πια, πολύ μακριά να φυγαδέψουν.