3 Μαρτίου 2013

Αντικατοπτρισμός

Αν αναλογώ κάπου σε μήκος ή πλάτος
οφείλω να το εκβιάζω
με ένα ανθισμένο κλαδί αμυγδαλιάς
στον κρόταφο
κι ένα μελίσσι ορκισμένο στην άνοιξη.

Να σηκώνομαι χαράματα απο τη βοή του
πριν ξυπνήσουν οι μέρες και οι αριθμοί.
 
Δεν θυμάμαι όμως πια τις λέξεις
ούτε κι εκείνα τα αγγίγματα
που δεν κατάλαβα ποτέ
πως βρέθηκαν στα χέρια μου
να τρέμουν απ' αγάπη
να τρέμουν απο αμφιβολία.




Ξέρω μόνο πως ο κόσμος αυτός
είναι μια φλογισμένη πυρίτιδα
που εκρήγνυται όταν βρέχει
κι όταν παίρνουν σάρκα και οστά
οι αντικατοπτρισμοί των ονείρων μας. 

Κι έτσι αθεράπευτα ξέρω πως
θα ματώνω ως το τέλος σαν παιδί
στις γωνιές των τραπεζιών
τα μεσημέρια εκείνα που θα' χουν αποφάγει οι συνειδήσεις
τα Κυριακάτικα τοπωνύμια και τις ταπεινές μας καταγωγές.

Κάθε φορά που ένα σκυλί
γαβγίζει τη ρόδα ενός αυτοκινήτου
που γυρίζει πάλι απ' το πουθενά
που γυρίζει τρελά ακονίζοντας τους κυνόδοντες της ευταξίας.

Κάθε φορά που σε νοιώθω να πλησιάζεις κι αναρωτιέμαι
καθώς στέκεσαι απέναντί μου σαν πάνοπλο θαύμα
άραγε θα ρίξεις τη βάρκα σου στη θάλασσα μου
ή απλά θα διαπράξεις τον επόμενο κανόνα;