12 Αυγούστου 2012

Δεκαπενταύγουστος

Τις Κυριακές απο τα μέσα του Αυγούστου και μετά όταν ξυπνούσα το πρωί ανακάλυπτα μια διαφορετική ηρεμία ανάμεσα στα φύλλα της κληματαριάς και μια πιο σκιερή απόχρωση στο φως της μέρας.

Στον ουρανό μικρές ομάδες απο σύννεφα περνούσαν ερευνητικά κι έπειτα χάνονταν ξαφνικά. Ένα δροσερό αεράκι φυσούσε που και που χαϊδεύοντας το πρόσωπο.

Την ένοιωθα κουρασμένη στιγμές στιγμές τη φύση γύρω μου. Πυρωμένη απο τις συνεχόμενες ζέστες και διψασμένη απο την ανυδρία του θέρους. Ό,τι μπορούσε να ξεκλέψει απο τις πρωινές δροσιές, δυο τρείς σταγόνες, ίσαμε για να βρέξει τα χείλη δηλαδή.

Πλησίαζε δεκαπενταύγουστος, γλυκός σαν καρδιά καρπουζιού κι είχαν έρθει οι φίλοι απο την Αθήνα για διακοπές. Τα απογεύματα παιχνίδι, τα βράδια κουβέντα κι αστεία στην πλατεία. Υποχρεωτικά όλα αυτά. Δεν έπρεπε να πέσει δευτερόλεπτο κάτω. Νόμος απαράβατος. 

Δεν υπήρχαν τηλέφωνα και ρολόγια τότε.

Με το που έφευγε το μεσημέρι, μας πήγαιναν τα πόδια μας. Ξαφνικά να σου ο Στράτος στην πόρτα μου ή άκουγα το Θοδωρή να περνάει απο το σπίτι μου χτυπώντας δυνατά τη μπάλα του μπάσκετ στέλνοντας μου έτσι ηχητικό μήνυμα να ετοιμαστώ και να πάω κι εγώ για παιχνίδι στο σχολείο. Μόλις σουρούπωνε, η Μαρία και η Άννα ανεβοκατέβαιναν το στενό γελώντας δυνατά για να τις ακούσουμε και να βγούμε στην πλατεία για παρέα.

Δεν έλειψα ποτέ.

Κανείς μας δεν έλειψε απο τότε κι ας έχουμε χρόνια να ιδωθούμε και να μιλήσουμε.
Ξέρω πως συναντιόμαστε ακόμα, τέτοιο καιρό στη σκέψη μας.

Πως τ' απογεύματα κάτι με πιάνει και θέλω να βγω έξω να παίξω, να πάρω αέρα και να μαζέψω εικόνες και μυρωδιές. Και φαντάζομαι επίσης πως Αύγουστο μήνα μόλις σουρουπώνει ένα χαμόγελο σχηματίζεται χωρίς προφανή λόγο στα χείλη της Άννας, της Μαρίας, του Θοδωρή, του Κώστα, του Στράτου.

Τόσο που τα παιδιά τους, τους ρωτάνε

 " μαμά, μπαμπά... μα γιατί χαμογελάτε χωρίς λόγο;"